Kράτα τη Μαγεία ζωντανή

Γράφει η Βασιλική Παπαθανασίου

Μαραθωνοδρόμος

Μέλος του ΔΣ του ΣΑΠΠΑΖ

«Ξυπνήστε κε Σκρούντζ», παραμονή Χριστουγέννων πια!!!

Τα παιδιά ξαναχτύπησαν το κουδούνι ξανά και ξανά. Η ανυπομονησία  έκανε τα τριγωνάκια να χτυπάνε στα χέρια τους. Επτά το πρωί με σκούφους, κασκόλ στο λαιμό τους και κόκκινες μυτούλες από το κρύο, θύμιζαν ξωτικά του Αι Βασίλη που ξεχύθηκαν στους δρόμους να φέρουν την χαρά και το μήνυμα των Χριστουγέννων στους ανθρώπους.

«Ξυπνήστε κε Σκρούντζ αφήστε τη μαγεία και τη μουσική να γεμίσει το σπιτικό σας»!!!

«Μα είναι δυνατόν να μην ανοίγουν; Τι να πω», λέει ο Βασιλάκης. «Εμένα η μαμά μου περιμένει τα παιδάκια πρωί πρωί. Χριστούγεννα χωρίς κάλαντα δεν υπάρχουν μου έλεγε από πολύ μικρό που ήμουνα.

Κάνει το κουμάντο της και να σκεφτείς ότι υπάρχουν μέρες που ζούμε με τα πουρμπουάρ που παίρνει ο μπαμπάς από τη δουλειά του.

Τελικά πόσοι άνθρωποι είναι σβησμένοι μέσα τους…

Πάμε παιδιά»!

 

Τα ποδαράκια τους τρέχουν στις σκάλες.

Κουδούνια χτυπάνε. Οι επόμενες πόρτες ανοίγουν.

Οι σπιτονυκοκυραίοι τους υποδέχονται με τις πιτζάμες και η μυρωδιά του καφέ φτάνει στα ρουθούνια τους.

Καλώς τα! Να τα πείτε..

Οι μελωδίες ξεχύνονται στα σπιτικά… Χριστού τη θεία γέννηση να πω στο αρχοντικό σας!

Τα παιδιά τραγουδάνε, τα παιδιά γελάνε, τα παιδιά φέρνουν το μήνυμα για ένα παιδί, για μια ελπίδα, για την αλλαγή μέσα από την αγάπη, από τη συμπόνια, από την κατανόηση.

Δέντρα αναμμένα, κεράσματα, άχνη ζάχαρη στα χειλάκια τους…

Τα παιδιά γελάνε και αφήνουν γελαστούς και γεμάτους στη ψυχή όσους τους άνοιξαν την πόρτα τους.

 

Ξεχύνονται στους δρόμους. Να χιόνιζε κιόλας τι καλά που θα ήταν!

Περνάνε δρόμους, πειράζει το ένα το άλλο, μπαίνουν στα μαγαζιά, κοζαρουν τα δώρα που θα αγοράσουν κρυφά για τις οικογένειες τους.

Σε ένα φανάρι ένα παιδί πουλάει χαρτομάντιλα. Τα ρούχα του είναι λιγοστά και ο κρύος αέρα θερίζει το παιδικό κορμί του. Ο Βασίλης στυλώνει τα πόδια του και μένει ακίνητος. Ένας ψίθυρος φτάνει στα αφτιά του και η φωνή του κου Κρίστιαν Άντερσεν ξεκινάει να του διηγείται την ιστορία ενός παιδιού που δεν είχε κανέναν στον κόσμο και μέσα από τα ανάμενα σπίρτα ζούσε τα όνειρά του.

Τον στεναχωρούσε αυτό το παραμύθι. Ήθελε να είχε ευχάριστο τέλος.

Πλησιάζει το παιδί. Βγάζει το κασκόλ του και το σκούφο του και του τα φοράει. Το αγόρι δεν μιλάει μόνο τον κοιτάει στα μάτια. Χέρια ενώνονται. «Άκου» του λέει ο Βασίλης. «Μόλις το φανάρι ανάψει πράσινο τρέχα. Μη μείνεις εδώ που σε αφήσανε κάποιοι. Οι δρόμοι είναι ανοιχτοί εκεί έξω αρκεί να το αποφασίσεις εσύ».

«Έλα Βασίλη πάμε», τον φωνάζουν οι φίλοι του που τόση ώρα παρακολουθούσαν αμίλητοι,

 

Η πόλη γιορτάζει… Η κεντρική πλατεία είναι στολισμένη με ένα πανέμορφο δέντρο, στο σπιτάκι του Αι Βασίλη οι βοηθοί του μαθαίνουν τα μικρά παιδάκια πώς να φτιάξουν τα κουλουράκια που θα αφήσουν κάτω από το δέντρο για κέρασμα στον αγαπημένο τους Άγιο όταν θα τους φέρει τα δώρα.

Η μπάντα του δήμου παίζει τα κάλαντα και ο μικρός τυμπανιστής γεμίσει με τις νότες του τους γκρίζους δρόμους.

Οι πρόσκοποι πουλάνε κουλουράκια και ημερολόγια. Τα μικρά λυκόπουλα λένε τα κάλαντα και όλοι μαζί φωνάζουν «έσω έτοιμοι» μαθαίνοντας στα μικρά πώς να κατακτούν τις μικρές κορυφές τους.

 

Έφτασε μεσημέρι πια. Τα παιδιά γυρνάνε στα σπίτια τους. «Πάμε στο σπίτι μου παιδιά» τους προτείνει ο Βασίλης.

Που να έχει κρύψει η μαμά τα δώρα; σκέφτεται χαμογελώντας. Κάθε χρόνο ψάχνω το σπίτι μα δεν την πιάνω ποτέ.

Ανοίγει η πόρτα,το δέντρο αναμμένο, παντού φως και μυρωδιές από μαγειρεμένο φαγητό. Το σπίτι ξεχειλίζει από αγάπη και ζεστασιά.

«Καλώς τα παιδιά» η φωνή της μητέρας. «Να μου πείτε κι εμένα τα κάλαντα, σας περιμένω όλη μέρα» λέει χαμογελαστή.

«Αν κεράσεις» της λέει γελώντας ο Βασιλάκης.

Τα παιδιά γελάνε, τα παιδιά τραγουδάνε. Αγκαλιές, φιλιά, κεράσματα…

Ο Βασίλης κοιτάει με αγάπη την μητέρα του, τον δικό του Αι Βασίλη. Νιώθει τις γιορτές, έχει ζωντανή την μαγεία μέσα του, είναι ευτυχισμένος και το χρωστάει στην Παναγιά του, την μητέρα του.

Ο πατέρας του είναι στη δουλειά. Τον περιμένουν πως και πως για να στρωθεί το τραπέζι.

Τους πήρε δώρα, τα έχει κρυμμένα και θα τα βάλει το βράδυ κάτω από το δέντρο.

Χαϊδεύει τα κλαδιά του. Το δέντρο μου στολισμένο και λαμπερό, κάτω η φάτνη, η οικογένεια και η αγάπη που ζεσταίνει το μικρό παιδί.

Ψηλά το αστέρι που θα φωτίσει το προσωπικό του μονοπάτι.

 

Το παιδί νιώθει γεμάτο συναισθήματα, γεμάτο αγάπη.

Νιώθει ευλογημένο.

Ξαφνικά αγκαλιάζει την μητέρα του και την φιλάει, ορμάει στους φίλους του και φωνάζει χαμογελαστό. «ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ»!!!

Έξω από την πόρτα ακούγονται γέλια. Τι θα ήταν τα Χριστούγεννα χωρίς τα παιδιά; Τι θα ήταν τα Χριστούγεννα χωρίς μαγεία;

Στα παράθυρα λάμπει το φως.

Ένα αστέρι θα λάμψει το βράδυ στον ουρανό…

Καλές γιορτές!