Ο Ρένος Χαραλαμπίδης σε ένα σεξπηρικό καλοκαίρι στο Ζωγράφου

Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Ρένος Χαραλαμπίδης μας περιγράφει ένα καλοκαίρι στη γειτονιά του, το Ζωγράφου.
Επιστρέφω στου Ζωγράφου για να ξαναζήσω ένα δικό μου προσωπικό καλοκαίρι. Επιστρέφω όταν φεύγουν οι φοιτητές και έρχεται η γνωστή παλιακή μοναξιά των συνοικιών. Χάνομαι στον λαβύρινθο από τις χαράδρες των πολυκατοικιών, όπου Θησέας, Αριάδνη και Μινώταυρος είμαι εγώ. Θυμάμαι την παρότρυνση του Μπέκετ. Να ξαναγυρνάς εκεί που έπαιζες παιδί. Στα ερείπια παλιών ημιτελών καλοκαιριών. Είναι η γειτονιά του παιδικού μου θέρους όπου επιστρέφω σαν κουρασμένος Οδυσσέας. Ναυαγός μεν, πλήρης εμπειριών δε. Οικείο περιβάλλον που το κουβαλάω μέσα μου σαν την καβαφική πόλη που με ακολουθεί. Και αισθηματοποιήθηκε ολόκληρο, για εμένα.

Από την εφηβεία μου και τις αβάσταχτες μοναξιές της, το καλοκαίρι στου Ζωγράφου σημαίνει περίπατο σε μια προδιαγεγραμμένη προσωπική μεταμεσονύχτια διαδρομή. Από τότε μέχρι σήμερα η ίδια. Έχω χαρτογραφήσει ένα καλοκαίρι που ξέρω μόνο εγώ. Εννοιολογικό καλοκαίρι. Σε μια συνοικία που την ξέρω καλά και με ξέρει και αυτή. Και με ξέρει και το καλοκαίρι της.

Την ημερομηνία και την ώρα έναρξης του περιπάτου μου την υπαγορεύει ο Σέξπηρ, αφού το «ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ ΜΕΣΟΝΥΧΤΙΟΥ» συνέβη βαθιά μεσάνυχτα στη μυθική Αθήνα, τη μικρότερη νύχτα του καλοκαιριού, δηλαδή την 21η Ιουνίου, άρα εξ αντανακλάσεως και εκ γειτνιάσεως έχει και η γειτονιά του Ζωγράφου δικαίωμα στο καλοκαιρινό σεξπηρικό όνειρο.

Είναι η πιο κοντινή συνοικία στην ανατολή του φεγγαριού. Αν θες να δεις το μεγαλείο της εμφάνισης της σελήνης από την κορυφογραμμή του Υμηττού, σκαρφάλωσε σε μα ταράτσα στο παλιό Ζωγράφου. Στην κορυφογραμμή του Υμηττού υπό το σεληνόφως θα λάμπει το σφαιρικό ραντάρ της αεροπορίας που το θυμάμαι εκεί από τα παιδικά μου χρόνια, σαν ανερμήνευτη, σχεδόν εξωγήινη μεταλλική μπίλια.

Θα δώσω τα θερινά μου σέβη στο τελευταίο θρυλικό θερινό σινεμά «ΑΛΕΚΑ». Κεντρικός άξονας της προσωπικής μου κινηματογραφικής μυθολογίας. Εκεί φθονούσα αυτούς που τα μπαλκόνια τους έβλεπαν το εκράν. Ο ήχος παίζει χαμηλά για να μην ενοχλεί τις γύρω πολυκατοικίες. Αυτό κάνει την προβολή πιο γοητευτική. Σαν η ταινία να είναι ένα καλοκαιρινό μυστικό. Μου αρέσει να βλέπω τον κόσμο να βγαίνει βραδυπορώντας από τη τελευταία προβολή. Ακριβώς στις 12.00, προστατευόμενος ο αιθουσάρχης από τις διαμαρτυρίες για την κοινή ησυχία. Τότε ξέρω ότι είναι ακριβώς τα καλοκαιρινά μεσάνυχτα του Ζωγράφου και αρχίζω επίσημα τη βόλτα μου. Θα περπατήσω αρχικά για να συναντήσω τα φαντάσματα παλιών καλοκαιρινών κινηματογράφων που δεν υπάρχουν πια αλλά συνεχίζουν τις προβολές μέσα μου. Σινέ Νιόβη, Σινέ Άνοιξη. Ονόματα θερινών σινεμά σαν καλοκαιρινοί χρησμοί. Και εκείνη η χιλιοπαιγμένη και χιλιοχαραγμένη κόπια με υπότιτλους σε πολυτονικό «Ο ΚΑΛΟΣ, Ο ΚΑΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΣΧΗΜΟΣ». Τώρα πια ξέρω ότι και οι τρεις είμαι εγώ.

Ρίχνω κλεφτές ματιές στη ζωή στα μπαλκόνια, στους ξενύχτηδες της βεράντας. Φυλάνε τα κοιμισμένα καναρίνια στα κλουβιά – η γειτονιά φημίζεται για τις αδέσποτες γάτες που καιροφυλακτούν σαν άγριοι κυνηγοί ωδικών πτηνών. Τα καναρίνια μπορεί να κοιμούνται στα μπαλκόνια και να ονειρεύονται τα Κανάρια νησιά αλλά και οι καρακάξες τα τελευταία χρόνια έχουν κάνει έντονη την εμφάνισή τους και θα κοιμούνται στα τεράστια πεύκα που ως εκ θαύματος ξέμειναν από τότε που το Ζωγράφου ήταν πυκνό δάσος. Δύσκολο να δεχτείς την ύπαρξη των σχεδόν αιωνόβιων πεύκων στον αστικό ιστό, σαν απομεινάρια απολιθωμένου δάσους.

Μου αρέσει η ακαταστασία της αρχιτεκτονικής των πολυκατοικιών. Κάθε μπαλκόνι ένα δικό του σύμπαν, μια δίκη του λογική, να αφηγείται προσωπικές ιστορίες και προσωπικό αρχιτεκτονικό οίστρο. Όταν ήμουν νεότερος και μάλλον συντηρητικότερος και ταξίδευα για πρώτη φορά, μου άρεσε η αρμονία των κτιρίων στις ευρωπαϊκές πόλεις. Τώρα άλλαξα γνώμη. Η ομοιομορφία με τρομοκρατεί. Σύμβολο πολυκατοικίας στου Ζωγράφου είναι το συγκρότημα πολυκατοικιών στην κορυφή της λεωφόρου Παπάγου. Δεσπόζει σαν σημαία που δεν υποστέλλεται. Είναι μετά το Χίλτον το δεύτερο σε όγκο κτίριο στην Αθήνα, ένα αρχιτεκτονικό κομψοτέχνημα. Στη θέση του παλιού καζίνο. Σμύρνης 1. Εκεί είναι και το ιστορικό ζαχαροπλαστείο Φλέιβορ. Για πάνω από 40 χρόνια στέκομαι στη βιτρίνα και χαζεύω τα γλυκά που ξέρω από την παιδική μου ηλικία. Τότε που παγωτά υπήρχαν μόνο το καλοκαίρι. Νομίζω ότι ο πρώτος έρωτας του καλοκαιριού της ζωής μου ήταν το παρφέ παγωτό του Φλέιβορ.

Μέσα στη βαθιά νύχτα φαίνονται απόκοσμες οι τελευταίες μονοκατοικίες που στέκονται ακόμα όρθιες σαν μεθυσμένος που παραπατά. Από τις εποχές που το Ζωγράφου ήταν προάστιο με εξοχικά. Έρημες ή κατοικημένες από ηλικιωμένους που έχουν αϋπνίες. Και οι ανοιχτές τηλεοράσεις που φαίνονται από τον δρόμο να παίζουν σίριαλ από τις αρχές του ’90 –να και μια «ανατομία ενός εγκλήματος»– και πoύ και πού να εμφανίζεται και ο νέος μου εαυτός στην οθόνη τους και να μου στέλνει χαιρετίσματα από μια άλλη εποχή.
Η βίλα της συναδέλφου Μαρίκας Κοτοπούλη. Κάποτε κρυμμένη μέσα στο δάσος. Ίσως γιατί δεν ήθελε να δίνει δικαιώματα για τον πολυτάραχο ερωτικό της βίο. Τη φαντάζομαι να επιστρέφει μετά από παράσταση σε κάποιο κεντρικό θέατρο και στην είσοδο να αντιστέκεται με δυσκολία στη γοητεία του Ίωνα που της ζητάει να τον αφήσει να περάσει στα ενδότερα…
Η πνιγμένη από τις πολυκατοικίες βίλα Βοναπάρτη, σαν να μη βρήκε παραμύθι να ενταχθεί. Λες και την έχτισαν αλχημιστές αρχιτέκτονες. Δεν δένει σε τίποτα με τη σημερινή πραγματικότητα της γειτονιάς. Ένα απρόσμενο και υπέροχο φάλτσο. Με τέτοιο όνομα πάντα, από παιδί, πίστευα ότι σίγουρα έχει κάποια σχέση με τον Ναπολέων. Τον Μέγα. Για φαντάσου. Ο Ναπολέων Βοναπάρτης αποφάσισε να χτίσει το σπίτι του στην παιδική μου γειτονιά!

Τελευταία κρατάω τη βίλα Ζωγράφου. Τον πυρήνα. Έδωσε ένα τόσο καλλιτεχνικό όνομα στη συνοικία. Σαν να λέμε μια Μονμάρτη, μια συνοικία για ζωγράφους. Και πάντα εκεί το παράξενο σταματημένο ρολόι στο καμπαναριό – που δυο φορές τη μέρα θα δείχνει τη σωστή ώρα.

Το εργαστήρι του γλύπτη Παππά –που τώρα το έχει το Ίδρυμα Μπενάκη– με το χάλκινο άγαλμα του έφηβου Αλέξανδρου –πριν γίνει μέγας– να δαμάζει τον Βουκεφάλα. Το άγαλμα της σκεφτικής μάνας στην πολυβασανισμένη πλατεία Γαρδένιας. Στο νεκροταφείο, ανάμεσα στα λεωφορεία που τερματίζουν, το απροσδόκητο άγαλμα της έφηβης που προσεύχεται με ηδυπάθεια.

Μου λείπει η γραμμή του θρυλικού λεωφορείου 222. Έχω στριμώξει πολλά καλοκαίρια εκεί. Τίγκα πάντα, γεμάτο με φοιτητές να αγκομαχά στην ανηφόρα και να μπλοκάρει την κίνηση. Περιμένοντάς το ατελείωτα στη στάση αλλά και νιώθοντας ότι ήταν το όχημα των πρώτων μεγάλων μου αποδράσεων. Το καράβι της αρχής της προσωπικής μου Οδύσσειας. Το αρχετυπικό για κάθε Ζωγραφιώτη cafe 222, στο παλαιό τέρμα, σώζει τη μνήμη του λεωφορείου.

Πρόσφατα ανακάλυψα ότι αν έχει διαύγεια μπορείς να δεις από το cafe μέχρι τα τα βουνά της Πελοποννήσου.

Το σεξπηρικό «ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ ΜΕΣΟΝΥΧΤΙΟΥ» τελειώνει με το ξημέρωμα της μικρότερης νύχτας και την απομάγευση των παρορμητικών ερωτευμένων. Εγώ αρνούμαι να απομαγευτώ και θα καταλήξω να περιμένω να δω στην κορυφή της λεωφόρου Παπάγου, μπροστά στο Φλέιβορ, να σβήνουν τα φώτα του δήμου και ο Λυκαβηττός στην απόλυτη ευθεία σαν χαρταετός νύχτας, με τη σκοτεινή λεωφόρο να ξετυλίγεται σαν καλούμπα. Πίσω από την κορυφογραμμή του Λυκαβηττού μόλις θα έχει δύσει το φεγγάρι. Μέχρι εδώ. Ξημερώνει κατακαλόκαιρο στου Ζωγράφου.

*Ο Ρένος Χαραλαμπίδης είναι σκηνοθέτης και ηθοποιός. Αυτή την περίοδο κυκλοφόρησε το rework του τραγουδιού «Θυμήσου τον Σεπτέμβρη» και ετοιμάζει τη νέα του ταινία «Νυχτερινός εκφωνητής».

Πηγή: https://www.athensvoice.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here